δασμός


δασμός
[дасмос] ουσ. а. пошлина

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "δασμός" в других словарях:

  • δασμός — division of spoil masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δασμός — Έμμεσος φόρος που μπορεί να επιβληθεί στα εμπορεύματα, τα οποία μεταφέρονται από χώρα σε χώρα, όταν περνούν την τελωνειακή γραμμή. Ανάλογα με τον σκοπό που επιδιώκεται με τους δ., γίνεται διάκριση μεταξύ δημοσιονομικών δ. και οικονομικών ή… …   Dictionary of Greek

  • δασμός — ο φόρος που καταβάλλεται για εισαγόμενα ή εξαγόμενα προϊόντα: Τα κράτη της Eυρωπαϊκής Ένωσης έχουν καταργήσει τους μεταξύ τους δασμούς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δασμοῖς — δασμός division of spoil masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δασμοί — δασμός division of spoil masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δασμοῦ — δασμός division of spoil masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δασμούς — δασμός division of spoil masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δασμῶν — δασμός division of spoil masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δασμῷ — δασμός division of spoil masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δασμόν — δασμός division of spoil masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)